2023-12-23

Η Γιαγιά μου η Βασιλική: Η Αθόρυβη Αγάπη

Είχα την ευτυχία να μεγαλώσω μαζί σου. Τα τρία μικρά δωμάτια του σπιτιού μας στέγαζαν μια οικογένεια 6μελή και σένα, αγαπημένη μου γιαγιά.

Στα χρόνια μου τα παιδικά, αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου η διακριτική σου παρουσία, η αθόρυβη προσφορά σου, η αμέριστη αγάπη σου.
Σε βλέπω να πλέκεις, να πλέκεις τα χειμωνιάτικά μας μπλουζιά ακούραστα, και δίπλα σου εμείς να μη χορταίνουμε τα όμορφα χρώματα και να παρακολουθούμε τον τρόπο που τα αδύνατα χεράκια σου έπιαναν το δίχρωμο πάντα μαλλί και συνταίριαζαν πλέξεις διαφορετικές.
Και το πλέξιμο πλεκόταν με ιστορίες, πολλές ιστορίες για τα δικά σου παιδικάτα, για τα δύσκολα, για τις στιγμές σου τις όμορφες, για του κόσμου τα άδικα.....
Και το μυαλό μου ταξίδευε και σε έβλεπα, ναι, σ' "έβλεπα" στα τοτινά σου χρόνια να παλεύεις παλληκαρήσια και έπαιρνα μαθήματα ζωής.
Κάθε που έπιανε το κρύο του χειμώνα δεν ήταν μόνο τα μπλουζιά σου που μας ζέσταιναν, ήταν η αγάπη που τα 'χες ποτισμένα.

Θυμάμαι....
Στα χρόνια της χούντας σπινά - σπινά* και τρυφερά μου ΄λεγες πως Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αγαπάει Θεό, Πατρίδα και το Δίκιο και αυτές σου οι κουβέντες ειπωμένες με καρδιά, σφράγισαν όλη μου τη ζωή...
και μου 'λεγες για τον Λευτεράκη**, και γέμιζες την ψυχή μου με αγάπη για την Δημοκρατία και το μυαλό μου με την επιθυμία να μάθω, να μάθω την Ιστορία μας...

Πολλά ακόμα έχω να σου πω... αλλά για σήμερα θα μείνω σ' αυτά
και σε ένα ακόμα:
Σε αγαπάω, γιαγιά Βασιλική, σε αγαπάω και σε ευχαριστώ....

Το Χαμομηλάκι

* με σιγανή φωνή
** τον Ελευθέριο Βενιζέλο

2023-06-06

Απόψε, θα μου τα πω «ντεμοντέ»

 Σε μένα τα λέω... 

Απλά, σταράτα και «ντεμοντέ» θα μου τα πω απόψε.
Μέσα σ' αυτό το χάλι που ζούμε, που της μόδας έγινε το «δουλεύω για την πάρτη μου», συλλογίσου ότι σε συμφέρει να σκέφτεσαι και να πράττεις «ντεμοντέ»
Το «μοδάτο» «εγώ βολεύτηκα, το δικό μου σπίτι δεν θα μου το πάρουν, το δικό μου δάνειο μπόρεσα και το ξεχρέωσα» μην το λες και ούτε καν να το σκέφτεσαι.
Μη σκεφτείς και μην πεις «ας πρόσεχαν, ας φρόντιζαν...»

Το μοναδικό ασθενοφόρο που άργησε ή που ποτέ δεν έφτασε, σε αφορά άμεσα.
Σήμερα αυτός, αύριο εσύ... ποιος ξέρει;
Όποτε ακούς για άνεργους ή κακοπληρωμένους ανθρώπους... μην πεις «ας πρόσεχαν, εγώ τα βόλεψα τα δικά μου παιδιά», είναι Ύβρις.

Το παιδί που υποσιτίζεται, που κακοποιείται, που αδικείται είναι το δικό σου παιδί. 
Τα μίζερα νιάτα, που έμαθαν να αρκούνται σε κρατικά χαρτζιλίκια, είναι τα χαμένα νιάτα των δικών σου παιδιών.

Αν δεις τη γνωστή σου να πληρώνει, μετρώντας και ξαναμετρώντας τα λιγοστά της κέρματα, μια ντομάτα, δυο πατάτες, δυο κολοκυθάκια, μην πεις «δεν με αφορά»...

Μπορεί να έχεις κάνει τα κουμάντα σου, μπορεί τα «έχει» σου να είναι πολλά, αλλά σε αφορά άμεσα η καταραμένη φτώχεια που σε περιβάλλει.

Αν καίγεται του διπλανού σου το σπίτι, ή πλειστηριάζεται η ζωή του όλη (το ίδιο κάνει), σε αφορά.... κ
οινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον, σε καιρούς και περιστάσεις τόσο ρευστές και δυσοίωνες

2023-05-27

Δεδούση Βασιλική — Αντωνυμία

— Κοίτα! Μικροί... μεγάλοι... μια παρέα!
— Να 'χουν να θυμούνται, να 'χουν να τους θυμούνται....

 tetradia

2023-04-09

Η μεγάλη Επαγρύπνηση

Να, και μες στο μεσονύχτι ο Νυμφίος έρχεται!
Ευτυχισμένος ο δούλος αυτός
που ξάγρυπνο θε να τον εύρει
ανάξιος, όμως, ο άλλος
που θα τον εύρει ράθυμο.
Ψυχή μου, πρόσεχε, μη και σε καταβάλλει ο ύπνος
και παραδοθείς στο θάνατο,
αλλά ξάγρυπνη μείνε,
επαγρύπνησε
και φώναξε με όλη σου τη δύναμη:

Άγιος, άγιος, άγιος είσαι Εσύ, ο Θεός μας!
Με τις μεσιτείες της Θεοτόκου
σώσε μας και λύτρωσέ μας!
Βασιλική Π. Δεδούση

Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται...

2021-10-21

Οι Φορείς μεταδίδουν...

Θέλεις να μεταδώσεις ήθος, θέλεις τα παιδιά σου να γίνουν σωστοί άνθρωποι.
Και ποιος δεν το θέλει;
Για να μεταδώσεις όμως τις αξίες πρέπει να είσαι φορέας τους.
Μαζί σου να τις κουβαλάς, να είσαι ένα με αυτές.
Η Αγάπη, η Δικαιοσύνη, η Ειρήνη, η Δημοκρατία, η Ελευθερία, είναι ιδανικά δύσκολα προσπελάσιμα. Αγώνα θέλει προσωπικό η προσέγγισή τους.
Θα έχεις ακούσει καμπόσους να μιλούν γι' αυτά τα ιδανικά.
Δεν ξεκολλάς τα μάτια σου από τον έναν και παρακαλάς να μην σταματήσει να μιλάει.
Είναι ο φορέας αυτός.
Πότε θα τελειώσει, σκέφτεσαι για τον άλλον, γιατί μας ζάλισε και ούτε που σου έμεινε και κάτι, αφού από τα λόγια του τα ντουβάρια αντηχούσαν.
Είναι αυτός που δεν τα κατέχει, δεν τα έχει ενστερνιστεί.

Εγώ, "δεν το 'χω" θα μου πεις.
Δεν είναι έτσι.
"Δεν το κατέχω, δεν το έχω δουλέψει μέσα μου", θα έπρεπε να ομολογείς στον εαυτό σου.

Ο "φορέας" μεταδίδει, επειδή κατέχει.
Τα μάτια του παίρνουν
φλόγα απ' την καρδιά και το μυαλό και λάμπουν. Αυτή η λάμψη είναι που μεταδίδεται, ακόμα και χωρίς λόγια, χωρίς να ανοίξει καν το στόμα του.
Ο ερωτευμένος με τα μάτια, με τον τόνο της φωνής...
Ο δάσκαλος, πότε κάνει μάθημα σωστό;
Ο ηθοποιός, πότε αποδίδει τέλεια τον ρόλο του;
Ο γονιός, πότε καταλαβαίνει ότι πιάνουν τόπο οι συμβουλές του;
Είναι μεγάλη υπόθεση να είσαι φορέας, κάτοχος.
Το θέμα είναι τι κουβαλάς μέσα σου...
Και ο Χίτλερ φορέας ήταν, τον ζούσε τον Ναζισμό και τον μετέδωσε και τον μεταδίδει, ακόμα τον μεταδίδει...

Ο πονηρός να υποστηρίξει το Καλό δεν γίνεται...
«ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ.»
απ' της καρδιάς το περίσσευμα μιλάει το στόμα

Το Χαμομηλάκι

2021-03-27

Βασιλική Δεδούση — Ρέα

Χορός
Έλα, Μάνα, κοντά μας,[1]
έλα τα πάθια σου να πεις
της καρδιάς σου το βάρος να γενεί αλαφρύτερο.
Έλα, Ρέα, έλα.
Οι στεναγμοί σου των ανέμων ανάσες βαριές,
βρυχηθμός των απύθμενων της Γαίας βαράθρων,
βουή των βυθών,
χειμάρρων πάταγος σε άπονα βράχια,
νυχτερινές θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,
φοβερές οιμωγές ψυχής σιωπηλής,
καρδιάς στερημένης βουβός στεναγμός,
παραληρήματα άφωνα πέτρας αγέλαστης.
Έλα, Μάνα, έλα….
Των τέκνων σου η αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,
θα γιατρέψει τ’ αλησμόνητο τ’ άδικο.
Έλα, Μάνα, έλα κοντά στα παιδιά σου.

Ρέα

Ποια μάνα τάχα μπορεί
σαν τη φωνή των παιδιών της ακούσει
να μην προστρέξει και να ‘ρθει;
Παιδιά μου, γλυκανάσες μου,
άνθια των κήπων μυριστά και αγρολούλουδά μου,
ολόγλυκες αγάπες μου, χαρούμενές μου ελπίδες!
Μωράκια δε σας χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα
μονάχα οι πόνοι μου ‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.
Έτρεμ’ η Γαία η μάνα μου όταν κοιλοπονούσα
και των βουνών οι κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.
Έσκαγαν βράχια, χαλασμός, σε κομματάκια μύρια,
και τα δεντριά τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.

Δεν ήσαν πόνοι του κορμιού,
του τοκετού ωδίνες,
μα ήσαν σπάραγμα ψυχής,
μαράζι μαύρο της καρδιάς,
θρήνος οδύνης κι οδυρμός
που τα παιδιά θ’ αρπάξει.

Χορός
Της κάθε μάνας, σαν γεννά και σαν κοιλοπονάει
τα βογγητά κρύβουν χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει.

Ρέα
Και ειν’ αυτές οι θύμησες
βράχια βαριά, γρανίτες εκατότονοι
επάνω στ’ άσπρα στήθια μου
που βρέφος δε θηλάσαν.
Έξι παιδιά μες στην κοιλιά
στην αγκαλιά κανένα.

Κορίτσια, αγάπες μου γλυκές,
Δήμητρα σταχοφόρα, Ήρα μου εσύ πανέμορφη
και συ σεμνή μου Εστία,
αγαπημένες κόρες μου, στολίδια της ζωής μου,
κι αγόρια μου, λεβέντες μου,
θαλασσινέ μου βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,
πανέμορφέ μου Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου
και, Δία στερνοπαίδι μου,
πρωτάρχοντα και κύριε της οικουμένης όλης,
παιδιά μου,
ελάτε, στην αγκαλιά της μάνας σας,
ελάτε αθάνατα παιδιά,
που άστοργα κι άσπλαχνα
ο πανούργος πατέρας σας Κρόνος,
για αιώνες,
ένα προς ένα κατάπινε.

Χορός
Για αιώνες,

Δήμητρα
από φόβο που τα μέλη του έλυνε
τα παιδιά του τ’ αθάνατα κατάπινε άστοργα.

Ήρα
Από φόβο,

Χορός
Τιτάνιος θεός, ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου.
Απ’ το φόβο,
ο δαμαστής κι αφέντης των πάντων
δαμάστηκε.

Εστία

Δεσμώτης ο φόβος θεών και θνητών
σε πράξεις ανόσιες σπρώχνει.
Λυσιμελής ο τρόμος
με χίλιους κόμπους άλυτους τη βούληση δένει
και —τι κι αν είναι θεός;—
τιποτένιος κι ανάξιος δούλος του γίνεται

Χορός
Από φόβο
την εξουσία μη χάσει
κι αδύναμος ξοριστεί
σαν το γεννήτορα,

Ήρα

από φόβο, μην πάνω του πέσουν
τα ουράνια πάθη,

Χορός
από φόβο,
τέτοια που έκαμε
παρόμοια μη λάβει,
τα παιδιά του ο θεός ο Τιτάνιος
κατάπινε άστοργα.

Ρέα
Τις γέννες μου περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή
τα μωρά μου κατάπινε.
Τέλος, στην έκτη γέννα μου,
αντίς για βρέφος θεϊκό λιθάρι φάσκιωσα,
τον αφαλό της γης[2],
και κείνος,
απ’ τη Γαία ποτισμένος
με τη μαύρη του μαντραγόρα ψυχή,
με μιας την κατάπιε.

Χορός

Ψεύτικη γέννα, ωδίνες ψεύτικες.
Η γυναίκα τα πάντα μπορεί
για να σώσει από άντρα σκληρό τα παιδιά της.

Ρέα
Σαν έφτασ’ ο χρόνος,
που απ’ τον ίδιο τον Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε
πίσω να πάρω τα παιδιά,
με μια της ματιά η μάνα με πρόσταξε:
«Ίσια να πας, ευθεία.
Πάρε τη στράτα τη φαρδιά,
πήγαινε κι έλα.
Ευθεία.
Όχι λοξοδρομίσματα, σε στέλνω απ’ ανάγκη.
Βοτάνια φέρε,
των σπλάχνων μου χορτάρια φοβερά,
να φτιάξω φίλτρα,
τον άκαρδο σε λήθαργο να ρίξω
απ’ τ’ άπατο στομάχι του να βγούνε τα παιδιά σου».

Κι ανέβαινα μονάχη.
Ήταν σκοτάδι γύρω μου και άγριος ο χειμώνας.
Ένα – δύο, ένα – δυο
κυλούν τα δεύτερα…
και σε εξήντα διπλά μετρήματα
— τόσα θα πρέπει να ’ταν —,
όσο κρατάει να ειπωθούν δέκα θλιμμένοι στίχοι,
ο πανδαμάτορας Κρόνος
σε μια βαθειά του πτύχωση
— τη δίνη των δεινών —
το νου μου παγιδεύει.
Βούιξε ο τόπος του μυαλού.
Αποχαιρετισμού σκοπός, ρυθμός αγχωμένος,
ιοβόλα χτυπήματα ύπουλα.
Μια μουντή, ζωντανή καταχνιά,
οσμή αίματος, απόηχος ζωής που τέλειωσε
και τελευταία αίσθηση
η άρνηση να συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.

Μάζεψα πικροβότανα,
— ποια, πώς και από πού, για με θα το κρατήσω —.
Με γαλιφιές και πονηριά η Γαία μάνα
το μαυροζούμι του ‘δωσε,
κι αυτός
ξαστόχαστα και λαίμαργα,
κάτω απ’ το χαιρέκακο το βλέμμα τ’ Ουρανού,
τ’ ολόγιομο το κύπελλο στράγγιξε.
Σε ύπνο έπεσε βαρύ,
και το βαθύ στομάχι του
τη φύση ανταριάζοντας
ξέρασε τα παιδιά του.

Τ’ άλλα, όσα γενήκανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε.
Απόστασα, κουράστηκα τα πάθια ν’ αφηγιέμαι.
Είν’ όλα εδώ, εδώ, στο τώρα
όλα, μα όλα τώρα γίνονται
— και τα καλά και τ’ άλλα 
και δεν υπάρχει λησμονιά, απόσταση, ξεθώριασμα,
μήτε θαμπές εικόνες.
Όλη μου η ζήση σε μιας μέρας το ξεδίπλωμα,
που όλο και αυγαταίνει,
και δεν ξεχνώ.
Ευτυχώς!
Είναι εδώ το παράπονο για τ’ άδικο
ατόφιο, αδρό και άκαρδα άγριο.
Το συρτάρι της λήθης μου άδειο.
Είμαι εδώ, είναι εδώ, όλα εδώ
και ο χρόνος ανύπαρκτος,
συμβατική μοναχά «σταθερή» για το μέτρημα.
Ευτυχώς!
Αλίμονο σε όποιον λησμονάει
και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται.

Δήμητρα

Σώπαινε, μάνα, τελειώσαν αυτά
που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν.
Το πριν, το μετά και το τώρα,
σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω.
Σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.
Το ζω και το ξέρω
απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα.

Ήρα
Σώπαινε Μάνα,
το στερνό σου παιδί,
απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο κινώντας,
τον πανδαμάτορα Χρόνο,
τον πατέρα μας Κρόνο,
τον δάμασε,
τη θέση του πήρε και όρισε
στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος
με δεσμά άλυτα, άρρηκτα,
της Γαίας, τ' Ουρανού
της οργής και του μίσους αντίδωρα
για το άδικο που έπραττε,
τα παιδιά του από φόβο να τρώει.

Εστία
Μέρωσε Μάνα.
Των πραγμάτων η τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.
Η Δίκη το δίκιο της πίσω το πήρε.
Όλα καλά….
Και στο Καλό, για την ώρα, πορεύονται.

απόσπασμα από το έργο «Προμηθεύς Πυρφόρος»

[1] Οι κόρες της Ρέας, Δήμητρα, Εστία, Ήρα.
[2] Κατά μια εκδοχή του μύθου, αυτή η πέτρα, που ο Κρόνος αντίς για το Δία κατάπιε, όταν την ξέρασε, έπεσε στους Δελφούς.

2021-03-25

Ένα Ελληνόπουλο στους «Αθανάτους»

Ήταν η αγαπημένη μαθήτρια της κυρίας Μαρίκας. Πρώτη Δημοτικού πήγαινε η Βασιλικούλα. Ψηλό και αδύνατο κοριτσάκι, με ξανθά σγουρά μαλλάκια, «τσιροπούλι» την έλεγε ο κυρ Αντώνης ο μπακάλης της γειτονιάς.

Victor Hugo - Το Ελληνόπουλο - L'enfant - 1821

Της έβαλε να μάθει το «Ελληνόπουλο» του Βίκτωρα Ουγκώ, σε απόδοση του Κωστή Παλαμά στα Ελληνικά. Κάθισε μαζί της και της το εξήγησε στίχο - στίχο, λέξη – λέξη. Έπρεπε να καταλάβει το νόημα η μικρή.

— Να το πεις με Ψυχή, της είπε.

Αυτή την φορά, η μικρή, δεν θα έλεγε το ποίημά της στο σχολείο. Θα πηγαίνανε σε ένα μεγάλο κτίριο και θα το έλεγε μπροστά σε μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους, σε «σοβαρούς».

— Φοβάσαι; Την ρώτησε η δασκάλα της
— Γιατί να φοβηθώ; Απάντησε απορημένη η μικρή

Προπαραμονή της 25ης Μαρτίου, η δασκάλα και η μαθήτριά της, πήγαν στο μεγάλο κτίριο. Στην Ακαδημία Αθηνών.

Ναυτάκι ήταν ντυμένο. Της τα είχε ράψει όλα η μανούλα της, η παπαδιά Ματίνα. Με σκουφάκι κιόλας με φούντα κόκκινη, που την έφτιαξε η γιαγιάκα της. Φορούσε καλτσάκια μπλε και κόκκινα, ναυτικά, για να συμπληρώνεται η εικόνα. Μόνο που τα καλτσάκια ήταν λίγο μεγάλα και την εμπόδιζαν στο περπάτημα. Τα δίπλωσε από μπροστά, αλλά περπατούσε χοροπηδηχτά για να μην παιδεύεται.

Η μικρή κοίταξε κάτω, πολύς κόσμος, μεγάλοι άνθρωποι, σεβάσμιοι και ανάμεσά τους, η μανούλα της, με το μπλε ταγεράκι της και άσπρο φουλάρι με γαλάζιες βούλες, καμάρωνε για την κορούλα της.

Η μικρή ξεκίνησε την απαγγελία. Και είπε το ποίημά της με Ψυχή. Δυνατά, καθαρά και με νόημα.

Στην τελευταία στροφή, έβαλε το χέρι στην καρδιά
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:


μετά το σήκωσε ψηλά και βροντοφώναξε:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

Σηκώθηκαν όρθιοι οι «Αθάνατοι» και χειροκρότησαν το μικρό, που έδωσε νόημα στη γιορτή τους, που δικαίωσε τον αγώνα του ’21.

Η δασκάλα της συγκινημένη, μάζευε τα δάκρυά της και η μανούλα είχε αναληφθεί, πέταγε ψηλά.

Ο μεγάλος «Αθάνατος», πλησίασε την μικρή και της χάιδεψε το κεφαλάκι.

Αλλά της χάλασε τον σκούφο και βάλθηκε η Βασιλικούλα να τον … στρώνει...